Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019






Προχθές μου είπες μια κουβέντα που με συγκλόνησε: "Είμαι πλάι σου". 
Ίσως για κάποιους να είναι χιλιοακουσμένη, φυσική, όμως εγώ την άκουσα πρώτη φορά...Ξέρω τι θα μου πεις: '¨Επρεπε να στο πω? Δεν το νιώθεις τάχα?" Ναι...το νιώθω, κάθε στιγμή, όμως αυτή η δική μου ανασφάλεια , είχε ανάγκη να το ακούσει. Για πρώτη φορά στη ζωή μου.
Όταν πριν 5 χρόνια μου είπαν πως έχω καρκίνο, μου μίλησαν για μαστεκτομή, για απώλεια ενός σημαντικού στοιχείου της γυναικείας μου υπόστασης, έκλαψα για 2 πράγματα: το πρώτο, για τα παιδιά μου και το δεύτερο γιατί δεν είχα ζήσει τον έρωτα, δεν έχω ζήσει τον έρωτα και ο ακρωτηριασμός αυτός, απομάκρυνε από μέσα μου το ενδεχόμενο να τον ζήσω πια. 
Είχα ανάγκη έναν σύντροφο, να μου πει ακριβώς αυτό και να το εννοεί: "Είμαι πλάι σου"...(ακόμη και αν χειρουργηθείς και σου πέσουν τα μαλλιά με τις θεραπείες, σ' αγαπώ και δεν βλέπω παρά αυτή που έχω αγαπήσει...είμαι πλάι σου)
Δε χρειάστηκε να γίνουν όλα αυτά, όμως η ανάγκη έχασκε πάντα σαν εσωτερική αναπηρία.
Κατάφερα αρκετά μονη μου ως τώρα, όμως ήταν απλά ένα κολύμπι επιβίωσης σε μια  συνεχή φουρτούνα...πουθενά η απόλαυση της θάλασσας. Αν σ' έβαζα μέσα σ' αυτή την εικόνα, θα ήσουν φάρος που προστατεύει από τους ύφαλους , δεν μπορεί να πάψει τη φουρτούνα, όμως δείχνει τη ρότα προς το προσωπικό απάγκιο. Προλαβαίνεις τις σκέψεις μου, γνωρίζεις τις κινήσεις μου, μου δείχνεις τις αντιδράσεις μου. Δεν θέλω να ευχαριστήσω καμία τύχη, ούτε θα πω ότι μου χρωστούσε η ζωή να βρεθείς μπροστά μου, θέλω όμως να ευχαριστήσω εσένα, γι' αυτά, για τα προηγούμενα, για τα επόμενα και για άλλα τόσα....





Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019






Απ' όταν θυμάται τον εαυτό της διάβαζε με μια ψυχαναγκαστική τάση. Στην πρώτη δημοτικού ήταν ο Παπαδιαμάντης χωμένος κάτω από το θρανίο, δευτέρα αποστήθισε τον μισό εθνικό ύμνο και πάει λέγοντας. Με το τέλος του δημοτικού είχαν ολοκληρωθεί τα άπαντα των Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Ζολά και υπολοίπων κλασσικών. Τελειώνοντας το ένα, άρχιζε το άλλο. Κοιτώντας τώρα πίσω, αναγνωρίζει το λόγο: έψαχνε τρόπο ζωής, μέσα από ιστορίες άλλων. Έμπαινε στη θέση των ηρώων και ζούσε μαζί τους, ή γι' αυτούς, αποσυρώμενη από μια πραγματικότητα που όχι μόνο δε της ταίριαζε, μα και πονούσε. Αρκετά αργότερα, φτάνοντας στον αγαπημένο Marquez, άρχισε να περπατά στα βήματα των ανεκπλήρωτων Κολομβιανών ερώτων. Της πήγαινε ο πόνος της Φερμίνα Δάσα που έκρυψε στην ψυχή της τον έρωτά της για τον Φερνάντο Αρίσα και συμβιβάστηκε σ' ένα γάμο χωρίς συναίσθημα. Φορτωμένη με τα 100 χρόνια της δικής της μοναξιάς, αποφάσισε κάποια στιγμή να ευθανατώσει τον προσωπικό της συμβιβασμό, να βγάλει τη βέρα από το δάχτυλό της και ν' ακολουθήσει, έστω και τώρα, το δρομολόγιο που προστάζει η δική της ψυχή σ' ένα ποταμόπλοιο χωρίς στάσεις, με κυβερνήτη έναν υπερευαίσθητο και με ανεπτυγμένη διαίσθηση άντρα. Δεν ξέρει πόσες εξεγέρσεις της αναλογούν ακόμη. Όταν αγαπάς ολόκληρη είναι από μόνο του μια εξέγερση εξάλλου. Το μόνο που ξέρει είναι πως αξίζει πια να βγει έξω από τις σελίδες, για να ζήσει την κατάδική της ιστορία, όποια και όση κι να είναι αυτή...











Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019






Στο γυρισμό της καθημερινής διαδρομής, στάθηκα σ' ένα σημείο να φωτογραφίσω τον ήλιο που έδυε πίσω από το φάρο. Το σημείο ήταν το ίδιο με αυτό που σου μιλούσα πολλές φορές το χειμώνα, με την πλάτη στη θάλασσα να με μουσκεύει και να παλεύω να κρατήσω τη φωνή σου, μέσα από τα κύματα και τον αέρα. Συμβαίνει, οι εικόνες, οι μυρωδιές να μας γυρίζουν πίσω.
Καλοκαίρι πια, στην ώρα που αγαπώ, μ' εσένα που κουβαλώ πάντα μέσα μου.
Είναι ωραίο, λέω, τα συναισθήματα να μην εξαρτώνται από εποχές, να μη συρρικνώνονται στο κρύο, να μην τεμπελιάζουν στη ζέστη, παρά να μένουν αειθαλή, όπως ένα κήπος πίσω από παλιά σιδερένια πόρτα, κρυμμένος από τη βοή του δρόμου και τα περίεργα βλέμματα του κόσμου, γεμάτος από μυρωδιές απλές, όπως αυτή του χαμομηλιού ή του άνθους της λεμονιάς.
Μαζί σου νιώθω πως έφτασα στον προορισμό μου. Με μια εφηβική πολλές φορές έξαψη, καθαρίζω τον μέσα πίνακα και ξεκινώ να γράφω από την αρχή με λέξεις που κυριολεκτούν στην εύρεση της χαμένης ισορροπίας. Μαθαίνω ξανά πως η καρδιά δεν αναρρώνει μόνο, μα και γιατρεύεται όταν ξεφύγει από την ομηρία του πρότερου βίου, που την κλείνει όπως το κουκούλι την κάμπια. Ανοίγω φτερά, το ξέρεις κι εσύ έτσι όπως μου τα ξετυλίγεις απαλά και αναμένω το φιλί σου για το πρώτο πέταγμα...











Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019






Είναι φορές, που με μια "ελάχιστη" αφορμή, οι σκέψεις πισωγυρίζουν: μικρή συνήθιζα να γράφω. Έγραφα (για) όλα όσα ήθελα να πω, να φωνάξω, όμως δε μου επέτρεπαν κι έτσι, στο τέλος, δε μου επέτρεπα.
Καταφυγή μου η θάλασσα. Τότε τη βάφτισα έτσι. Καθόμουν σ' ένα χαμηλό βράχο κι έβγαζα τα σώψυχά μου σ' ένα μικρό μπλε μαλακό τετράδιο. Ενίοτε ζωγράφιζα κάποιες σκέψεις που δεν μπορούσαν να γίνουν λέξεις. Το τετράδιο αυτό δεν ήρθε ποτέ στο σπίτι. Μετά το τέλος της εξομολόγησης, φυλασσόταν ευλαβικά σε μια τρύπα του βράχου και μπροστά του έμπαινε μια πέτρα-πόρτα της ψυχής. Υπήρχε βέβαια το άγχος μήπως κάποιος , κάπως το βρει και χλευάσει ή βεβηλώσει τις σκέψεις. Ώσπου ήρθε μια μέρα μετά από μια καταιγίδα που η θάλασσα πήρε φόβους, καημούς, επιθυμίες, δάκρυα, ελπίδες. Το τετράδιο δεν ήταν πια εκεί, όμως όπως κάποιος που ελπίζει να βρει ένα χαμένο αγαπημένο πρόσωπο μετά από καιρό, φανταζόμουν πως είχε κλειστεί μέσα σ' ένα μπουκάλι, ταξιδεύοντας για άγνωστους προορισμούς και πως ίσως, μετά από χρόνια, κάποιος το βρει και καταλάβει. Πρώτη φορά νιώθω πως βρέθηκε όντως αυτό το μπουκάλι στα κατάλληλα χέρια, που ξέρουν να διαβάζουν να νερωμένα μελάνια και τις μουτζούρες ζωγραφιές και να βλέπουν μέσα τους όλο τον μαγικό ή σκοτεινό κόσμο που κρύβεται εκεί. Πρώτη φορά που πιστεύω πως τα παιδικά όνειρα μπορούν να γίνουν αλήθεια...
("ανθυποχαμόγελο"...δεν είχα ακούσει  πάλι αυτή τη λέξη, όμως τη νιώθω κάθε που σε σκέφτομαι...συνέχεια...)










Δεν ψαχνω τίποτα πια. Ούτε στα περασμένα, ούτε στα μελλούμενα. Το μόνο που ξέρω με βεβαιότητα, είναι ότι τ' αστέρια ευθυγραμμιστηκαν εκείνο το Νοέμβρη, σπάζοντας τσιμέντα και φράγματα. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως δεν υπάρχει εξίσωση να λυνει ή να δένει δυο ανθρώπους, παρά μόνο το ανεπαίσθητο βάρος της στιγμής, που έχει έρθει από πολύ παλιά, από άλλες ζωές, για να σταθεί εδώ και να διεκδικήσει το μερίδιό της...





Σάββατο, 11 Μαΐου 2019






Όσο κι αν δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, είναι γεγονός πως οι μονόδρομοι κουράζουν και είναι υπέροχο να δίνεις, όμως είναι επίσης υπέροχο να σ΄αγαπούν.
Η ανάγκη μας για τρυφερότητα είναι εγγενής. 
Δεν θα μπω  στην διαδικασία  του "όσο δινω, τόσο θέλω να πάρω", γιατί δε θα βάλω ποτέ στη ζυγαριά τα συναισθήματα, όμως πάντα θα υποστηρίζω με θέρμη αυτό που πίστευα, με μια ρομαντική διάθεση ίσως, από παιδί  πως αν ψάχνεις με την ψυχή σου να βρεις ένα όμορφο πράγμα κάθε μέρα, θα πάρεις τελικά πίσω το μερίδιο της ομορφιάς που σου αναλογεί...και αυτό είναι κάτι πέρα από την τύχη, στην οποία δεν πολυπιστεύω,  είναι δύναμη στο κυνήγι του ονείρου, ακόμη κι αν τελικά είναι ο θησαυρός στη βάση του ουράνιου τόξου...
Μπορείς όμως να φτάσεις κάπου χωρίς να πορευτεις; Μπορεις να κυνηγήσεις όνειρα χωρις να βυθιστείς στον φαντασιακό τους κόσμο; 
Όμως,  όσο κι αν η φαντασίωση τρέφεται από την απουσία, το παιχνίδι πάντοτε θα κερδίζεται από τους παρόντες και αν η ζωή είναι όντως ένα παιχνίδι τελικά, έχεις ανάγκη που και που να κερδίζεις την παρτίδα.
 Αλίμονο αν δε ζεις πραγματικά, έστω και κάποια απ' οσα φαντάζεσαι...Απλά, κάποια στιγμή στεγνώνεις.
Γι' αυτό, πάντα εμπιστευόμουν τη διαίσθησή μου στους ανθρώπους, όπως επίσης ήξερα ότι όταν αποφασίζεις να βουτήξεις σε βαθιά άγνωστα νερά, μπορεί είτε να ζήσεις την εμπειρία της ζωής σου, είτε να φας το κεφάλι σου στα βράχια...όμως ποιος κέρδισε κοιτώντας τη θάλασσα απ' την ακτή και μένοντας μια ζωή στεγνός?





Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019







Ξύπνησα απότομα μέσα στο βράδυ και σηκώθηκα ξυπόλητη ν' ανοίξω το παράθυρο.  Δε συνηθίζω τα γυμνά πόδια στο πάτωμα, ούτε καν στα ζεστά χαλίκια του καλοκαιριού. Αν στο έλεγα, θα μου απαντούσες πως δεν έχω εξοικείωση με το φυσικό μου περιβάλλον. Βάζω τους φόβους μου, ή πιο σωστά τις φοβίες μου, πιο πάνω από τις υπόλοιπες αισθήσεις μου. 

Σώθηκα πέφτοντας πάνω σου. Στη χαραμάδα ανάμεσα στα σώματά μας. Στον ακάλυπτο ενός εστιατορίου, κάτω από την καμινάδα που απορροφά τους καπνούς μας. Επιταχυντές σε κατηφόρα χωρίς φρένα, κρατάω ένα δίσκο με κρυστάλλινα ποτήρια και νοιάζομαι μη σπάσουν όσα έχουν γίνει κομμάτια από καιρό. Με μαθαίνεις πως δεν πειράζει, πως δεν πρέπει να με νοιάζει. Ξεκινάς να μου δείχνεις τον ήχο των λέξεων από την αρχή. Όσα βλέπω γραμμένα, πως μπορούν και ν' ακούγονται μου λες κι εγώ σε κοιτάζω με μάτια ερωτευμένα. Μου μένει το μάθημα των αναστεναγμών και των χαδιών, απ' όπου έχω πάρει πολλές απουσίες. Ξεστομίζω στην αρχή δειλά και μετά με περίσσεια θάρρους τα "σ' αγαπώ" μου. Μέρες μεθυσμένες, χωρίς ίχνος αλκοόλ.
Ποια είναι τα κλειδιά που κρατάς; Ποιο απ΄όλα στην αρμαθιά απασφάλισε το λαιμό; Ποιο την καρδιά; Ποιο το υπογάστριο;
//Λούφαξε το παιδί πιο μέσα. Πήρε το σκοτάδι που το έβαλαν και το έκανε φωλιά. Μόνο εσύ το διέκρινες και το πήρες από το χέρι να το βγάλεις στον ήλιο//
Πόνάνε τα μάτια μου μαζί σου. Πονάνε από το φως...

Σ' ευχαριστώ...






Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019






Ξέρεις ποια είναι η χειρότερη φτώχια;
Το να μη λαχταρά να σε αγγίξει, να σ'  αγκαλιάσει, να σε φιλήσει κάποιος.
Να λες  πως είσαι ζωντανή, αλλά να νιώθεις το δέρμα σου ν' αφυδατώνεται και να πεθαίνει κύτταρο κύτταρο
Και ο μεγαλύτερος εξευτελισμός; Να παρακαλάς γι' αυτά...





Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019






Τα μικράτα της βουβά: μη μιλήσει, μη ρωτήσει, μην ενοχλήσει (μόνο η θάλασσα την άκουγε, σ' ένα μικρό μπλε τετράδιο στο βράχο)
Η εφηβεία σκοτεινή: κλάμα με σβηστό το φως, βαθμοί για να "υπάρξει"  ( ακόμη θυμάται στα 16 της, ένα αγόρι που ήταν ερωτευμένο μαζί της : την έβαλε μπροστά σ' έναν καθρέφτη και τη ρώτησε σχεδόν θυμωμένα: πες μου! τι το άσχημο βλέπεις!)
Μεγαλώνοντας λίγο, θέλησε να δραπετεύσει, μα ήταν τόση η αγωνία της γι' αυτό, που διάλεξε μια σπηλιά. Έκλεισε απ' έξω όνειρα, πόλεις, βιβλία, γράψιμο, φως και άρχισε να χτίζει και το δικό της  τείχος. Απροσπέλαστη,  με αυτοσκοπό: να "υπάρξει" σαν καλή. Γέννησε, δόθηκε, αγάπησε γιατί το μόνο ακέραιο ήταν αυτή η κόκκινη αρτηρία που ασφυκτιούσε, θέλοντας να δώσει όσα ανεπίδοτα συσσωρεύονταν μέσα της.
Μόνη παρηγοριά ένα κουταλάκι στην τσέπη, που μ'΄αυτό έσκαβε την πέτρα. Χρειάστηκε μόνο μια αχτίδα από φως που την έκανε να το παρατήσει στην άκρη και ν' αρχίσει να σκάβει πια με τα χέρια, με μανία, με κλάμα,  φωνάζοντας όλες τις λέξεις που είχαν θαφτεί. 
Την άκουσε και κάποιος από την άλλη πλευρά, που δε φοβήθηκε να λερωθεί, έσκυψε και άρχισε να σκάβει κι αυτός.
Όταν κατάφερε να βγει, δεν ήξερε πως να ξαφνιαστεί, πως να φερθεί, τι να νιώσει. Μόνο να ευχαριστήσει.
Την συναντώ που και που στο δρόμο. Δεν είναι βουβή πια. Χαμογελά. Μιλά. 
Ξέρω, πως που και που κρύβεται ακόμη. Κουλουριάζεται σαν έμβρυο και ονειρεύεται βουτιά σ' ένα απέραντο μπλε, αγκαλιές και υγρά φιλιά.
Δεν ξέρω τ' όνομά της. Μικρή ήθελε να την φωνάζουν Μαρία. Δεν θα την ρωτήσω. Εγώ την αποκαλώ Αξόδευτη Αγάπη.





Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Λογισμοί






Ποτέ δεν υπήρξα καλή στους απολογισμούς. Πίστευα πάντα στους λογισμούς: ό,τι πέρασε πέρασε, να δούμε από 'δω και πέρα τι κάνουμε.
Πρώτη χρονιά νιώθω πως μου οφείλω έναν απολογισμό- εφαλτήριο μέλλοντος- γεγονότων που αναμετρήθηκαν με την ψυχή μου. Δυο φουρτούνες που πάψανε, ένα ταρακούνημα γερό ενδιάμεσα και μια λιακάδα για την συνέχεια (δε θα γράψω "για το τέλος"). Διαπίστωσα ουλές που δε ματώνουν πια και η εικόνα τους βοηθά για το μελλοντικό σχηματισμό. Δεν λέω πια πως "δεν πρόλαβα" μα ότι "προλαβαίνω": να νιώσω, να ζήσω, ν' αγαπήσω, ν' αγαπηθώ, να βοηθήσω, να χαμογελάσω, να βραχώ από τη βροχή, από τη θάλασσα και να στεγνώσω μ' έναν ήλιο ιαματικό. Δεν ψάχνω για πόσο, για όσο.
Να έχουμε μια Καλή Χρονιά όλοι μας! 





Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Τα χέρια σου






(...) για ένα πράγμα μετάνιωσα μόνο
που δεν φίλησα τα χέρια σου
την τραχιά επιδερμίδα της παλάμης σου
που δεν φίλησα τα δάχτυλά σου ένα ένα
ξέροντας πως εκεί έχουν φωλιάσει οι περισσότεροι απολογισμοί σου
όλα όσα άγγιξες, αγάπησες,
όλα όσα χάιδεψες
αυτά που σε πόνεσαν
Απομόνωσα τα χέρια σου από την εικόνα σου
και τα μάτια, όμως γι΄αυτά δυσκολεύομαι να μιλήσω
μια άλλη φορά ίσως...






Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018






Διέκρινα τον εαυτό μου πίσω από έναν παλιό σοφά. Προσπαθώ με το νύχι να ξύσω να φτάσω ως το πλίθρινο μέσα. Πάντα με γοήτευαν τα παλιά σπίτια. Έπλεκα τις ιστορίες που κρύβουν, τα γέλια, τους τσακωμούς, τους αναστεναγμούς. Παλιό σπίτι πλίθρινο, λάσπη και χόρτα. Μια τζίβα που σε αρπάζει από τους ώμους να σε ταρακουνήσει να παλέψεις για όσα αγαπάς, για όσους σε αγαπούν, γιατί ναι, ίσως, άμα υπάρχουν κι αυτοί.
Μια βροχή βαριεστημένη βοηθά το ξέπλυμα της καταστροφής. Και στα παράθυρα black out κουρτίνες, να σου λένε πως κάποτε ήσουν εδώ , όμως τώρα απλά γράφεις για όσα δεν ισχύουν , δεν έγιναν, δεν πρόλαβαν.
Έχω ανάγκη μια μικρή καταστροφή μέσα μου. Να φέρει τα πάνω κάτω, να ρυμουλκήσει το βάρος του παρελθόντος σ’ έναν γκρεμό χωρίς ηχώ. Κανένας διασώστης νε μην το βρει.
Μην ψεύδεσαι. Ξέρω περισσότερα απ’ όσα νομίζεις και αν δεις τις πόρτες ανοιχτές, τα σκυλιά δεν θα ‘ναι δεμένα..







Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018





Δεν κατάφερα να μάθω τίποτα
απ' όσα γεννήθηκαν μέσα σε πόθο
Δεν κατάφερα να κρύψω τίποτα
που να συνεχίζει τ' όνειρο
(Μόνη πραγματικότητα ένας ήλιος σκοτάδι
που κατακαίει πρόωρα τα πάντα
Αν γλυτώσουμε απ' αυτόν
θα είμαστε εμείς η μόνη πραγματικότητα)
Ρίξε τα ζάρια
Άσσοι, ντόρτια, εξάρες, εγώ χαμένη
(σκαλίζοντας την καρδιά της άμμου
βρίσκεις τα σημάδια της ζωής)





Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Χαραμάδες





Υπάρχουν κάτι χαραμάδες ανάμεσα στα όνειρα
βρωμάνε νοσταλγία που μουχλιάζει 
(στριμωγμένη, να κλείσει λες κάθε υποψία αέρα).
Στάσεις, σε έρημους από χρόνια σταθμούς τρένων
αναμνήσεις ανθρώπων σε βελούδινα καθίσματα
Υπάρχουν κάτι χαραμάδες που χάσκουν ακόμη και όταν όλοι έχουν φύγει
ταξίματα σκονισμένων τουριστών
σε ιαματικά λουτρά από χρόνια ξεραμένα
Σκουριασμένα λαβομάνα σε σκοτεινούς ορίζοντες
Υπάρχουν κάτι χαραμάδες
που σε ξυπνούν ιδρωμένο κάπου εκεί στις 3 ή 4
να μετράς τον σφυγμό,  ν' αποδείξεις πως ζεις






Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018






17 χρόνια και δεν προσπαθώ να σ' αναστήσω, γιατί αυτό αφορά μόνο τα πεθαμένα μου
17 χρόνια και κοιτάζομαι στον καθρέφτη και βλέπω τα μάτια  και το βλέμμα και τα σωψυχά σου πιο μέσα που όσο μεγαλώνω γίνονται πιο ίδια
17 χρόνια και κάθομαι ακόμη, ενώ κάνεις δουλειές και σου διαβάζω Παπαδιαμάντη και Καρυωτάκη και Βαλαωρίτη και Μυριβήλη, γιατί αυτοί οι "κλασσικοί" σου αρέσουν πιο πολύ και μου λες πόσο ήθελες να γίνεις φιλόλογος και μου απαγγέλεις Λατινικά και δεν καταλαβαίνεις πως καταλαβαίνω εγώ τα Μαθηματικά και τις Φυσικές και τις Χημείες
17 χρόνια και ακούμε το "Άξιον Εστί" ενώ κάνουμε γενική στο σπίτι και ταίζουμε τις γάτες στο μπαλκόνι και μου λες για το πως έφευγες μικρή από το σπίτι, για να μην ακούσεις τις φωνές από το γουρούνι που έσφαζαν μια φορά το χρόνο στο σπίτι
17 χρόνια και με περιμένεις να φτάσω με το νυχτερινό λεωφορείο από Θεσσαλονίκη και μου έχεις την ψαρόσουπα που αγαπώ και έρχεσαι και με σκεπάζεις το βράδυ και μου φυλάς την αγκαλιά σου το πρωί και ακούω την καρδιά σου όταν κλαίω
17 χρόνια και σιχτιρίζω τις στιγμές που δε σε άκουσα, που δε σου είπα πόσο σε αγαπώ, που έβαλα πιο πάνω τον εγωισμό μου από την αγάπη σου
17 χρόνια και δεν μπόρεσα ν΄αγαπήσω ξανά το Πάσχα, ούτε ν' αντέξω τις εντατικές, τον κυνισμό των γιατρών "η μητέρα σας πιάνει ένα κρεβάτι στο οποίο θα μπορούσε να ήταν κάποιος με ελπίδες"
17 χρόνια και ξέρω που θα σε βρω και έρχομαι να σε βρω και ξέρω πως μ' ακούς και πως δεν θες να κλαίω και πως δε θες να πονάω και πως δεν ήθελες να έχω την πορεία που κι εγώ δεν ήθελα τελικά.
17 χρόνια και δε δέχομαι τέτοιες απώλειες ούτε σα "μοίρα", ούτε σα "γραφτό", ούτε σαν οτιδήποτε άλλο το λένε, παρά σαν κόψιμο της ρίζας μου και πως όντως "ο άνθρωπος ορφανεύει από μάνα"
17 χρόνια και σε κουβαλώ σε κάθε μέρα μου





Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017






Δεν ήσαν τα σύννεφα που προμήνυσαν εκείνον τον Σεπτέμβρη, ούτε καν η προβλεπόμενη ψύχρα που θα ερχόταν από κάποια χώρα του βορά να καθίσει στους ώμους στο μπαλκόνι. Ήταν η θάλασσα που γέμισε μέδουσες φερμένες απ' τον μαΐστρο, έτοιμες να ζευγαρώσουν στον Κορινθιακό. Κάθε χρόνο η ίδια διαδοχή. Ένας ορίζοντας να φλέγεται στη δύση, αέρα προμηνύουν οι ναυτικοί και οι μέδουσες να σταματούν απότομα τα τελευταία μπάνια.
Νεκρά τζιτζίκια στο κατώφλι, σε μια ομαδική αυτοκτονία πριν υποστούν τις συνέπειες της θερινής ραστώνης, περίγελος για τους ακάματους. Φούσκωσε ο αέρας, σήκωσε τη σκόνη, θόλωσαν τα μάτια. Μόνο η γάτα μένει ατάραχη στης αυλής την καρέκλα, να σκοτώνει το μύθο του Άργου και να περιμένει αυτή τον ερχομό, για να τριφτεί στα πόδια σου.
Έτρεχες να διορθώσεις τα κεραμίδια, αλλάζοντάς τους τη σειρά. Θαρρώ πως τους είχες βάλει ονόματα, ή αριθμούς και τα συνδύαζες κάθε φορά σε διαφορετικές αριθμητικές ή γεωμετρικές προόδους. Τα βήματά σου στη στέγη κι ο θόρυβος απ' τις σταγόνες στη λεκάνη. Άφηνες πάντα μια είσοδο στο σπίτι, να μπαίνει η βροχή που αγαπάς. "Ας ξεχάσουμε τους θλιμμένους ήχους στη ζωή μας", σου είπα πατώντας στα ξερά φύλλα που γαργαλούν τις πατούσες μέχρι να ξαπλώσω ανάσκελα πάνω τους, μην αντέχοντας απ' τα γέλια. Παίρνεις φόρα και πέφτεις πάνω μου για να στροβιλιστούμε ανάμεσα στην Ανδρομέδα και τον αποσπερίτη.
Φέτος θα σκίσουμε σε κομματάκια τον χάρτινο Σεπτέμβρη, να τον προλάβουμε πριν μας προλάβει και αφού βάψουμε με δαχτυλομπογιές τα κομμάτια του, θα τ' αφήσουμε θυσία χαρτοπόλεμου στον πρώτο άνεμο ή στην πρώτη μπόρα.
Η ανάσα δεν περισσεύει για άλλα μελλούμενα που δεν περιλαμβάνουν νότιες προσμονές.





Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017







δεν θέλω λέξεις 

η συγκίνηση είναι
και τη στιγμή που την αγγίζεις
μάλλον σε αγγίζει
χάνεται σαν πομφόλυγα

η συγκίνηση της γυναίκας

μιας γυναίκας
που μπορεί να σε διαβάζει
και να σε επιθυμεί

με έχεις ντύσει ήδη με πολλά

σε γοητεύει η ομίχλη
και ζυγίζεις τη δική σου εικόνα με το σταγονόμετρο

έχεις ήδη εκτεθεί απέναντί μου

τι φοβάσαι;


η ομίχλη έχει ένα σημαντικό μείον

δε διαθέτει αφή
και μ' εσένα ξέρω πως έχω ανάγκη να σ΄αγγίξω
ακόμη και με τα μάτια κλειστά, χωρίς να σε βλέπω πως είσαι

δε φοβάμαι εσένα

σου είπα. εκτείθεμαι στους ανθρώπους
και δεν έχω απορριφθεί
τον εαυτό μου και τ' αυστηρά μέτρα του φοβάμαι

αναρωτιέμαι τι να σε κάνω


εσύ φοβάσαι 

εγώ σε φοβάμαι

















Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017






Καλημέρα. Είσαι εδώ;

Καλημέρα
Εδώ είμαι

είσαι καλά;
κοιμήθηκες καλά;

πες μου πως είσαι εσύ, άσε με εμένα

πες μου τι σε χάλασε
σε παρακαλώ

τύψεις μάλλον
γιατί νιώθω καλά μαζί σου


σκέψου μόνο ότι έχεις την άνεση να φύγεις την επόμενη στιγμή
χωρίς να αλλάξει τίποτα απ ότι είμαι απέναντί σου


γιατί κάθε πρωί νιώθω πως δεν θα παρουσιαστείς πάλι;

το καλλιεργώ εγώ λίγο ή΄πολύ ασυνείδητα, δεν φταις εσύ







Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017






-πες μου μόνο ότι μ αγαπάς κι ότι είσαι ερωτευμένη μαζί μου

-με έναν ανόητο τρόπο αυτό σου λέω όλες αυτές τις μέρες






Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017






μάλλον δεν είμαι κι εγώ στα καλύτερά μου

και σε νιώθω ακίνητη να περιμένεις δεν ξέρω κι εγώ τι

μη μου στείλεις τίποτα

αλήθεια το λέω

μάλλον τώρα είναι αργά


αν βρεθούμε θα σε δω από κοντά


δεν περιμένω τίποτα
αν ήμουν ακίνητη δεν θα επέλεγα να σε δω
θα έμενα σ' αυτό εδώ
για όσο κρατήσει
απλα είμαι πιο χαλαρή από εσένα μάλλον

ίσως...

έχεις διακυμάνσεις ε;


ναι, τρομερές


και θα ήθελα να με τραβάς - όπως σε τραβώ εγώ

(ακροβατώντας μερικές φορές)