Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017






Δεν ήσαν τα σύννεφα που προμήνυσαν εκείνον τον Σεπτέμβρη, ούτε καν η προβλεπόμενη ψύχρα που θα ερχόταν από κάποια χώρα του βορά να καθίσει στους ώμους στο μπαλκόνι. Ήταν η θάλασσα που γέμισε μέδουσες φερμένες απ' τον μαΐστρο, έτοιμες να ζευγαρώσουν στον Κορινθιακό. Κάθε χρόνο η ίδια διαδοχή. Ένας ορίζοντας να φλέγεται στη δύση, αέρα προμηνύουν οι ναυτικοί και οι μέδουσες να σταματούν απότομα τα τελευταία μπάνια.
Νεκρά τζιτζίκια στο κατώφλι, σε μια ομαδική αυτοκτονία πριν υποστούν τις συνέπειες της θερινής ραστώνης, περίγελος για τους ακάματους. Φούσκωσε ο αέρας, σήκωσε τη σκόνη, θόλωσαν τα μάτια. Μόνο η γάτα μένει ατάραχη στης αυλής την καρέκλα, να σκοτώνει το μύθο του Άργου και να περιμένει αυτή τον ερχομό, για να τριφτεί στα πόδια σου.
Έτρεχες να διορθώσεις τα κεραμίδια, αλλάζοντάς τους τη σειρά. Θαρρώ πως τους είχες βάλει ονόματα, ή αριθμούς και τα συνδύαζες κάθε φορά σε διαφορετικές αριθμητικές ή γεωμετρικές προόδους. Τα βήματά σου στη στέγη κι ο θόρυβος απ' τις σταγόνες στη λεκάνη. Άφηνες πάντα μια είσοδο στο σπίτι, να μπαίνει η βροχή που αγαπάς. "Ας ξεχάσουμε τους θλιμμένους ήχους στη ζωή μας", σου είπα πατώντας στα ξερά φύλλα που γαργαλούν τις πατούσες μέχρι να ξαπλώσω ανάσκελα πάνω τους, μην αντέχοντας απ' τα γέλια. Παίρνεις φόρα και πέφτεις πάνω μου για να στροβιλιστούμε ανάμεσα στην Ανδρομέδα και τον αποσπερίτη.
Φέτος θα σκίσουμε σε κομματάκια τον χάρτινο Σεπτέμβρη, να τον προλάβουμε πριν μας προλάβει και αφού βάψουμε με δαχτυλομπογιές τα κομμάτια του, θα τ' αφήσουμε θυσία χαρτοπόλεμου στον πρώτο άνεμο ή στην πρώτη μπόρα.
Η ανάσα δεν περισσεύει για άλλα μελλούμενα που δεν περιλαμβάνουν νότιες προσμονές.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου