Άνοιγε με τα χέρια τον αέρα
σχηματίζοντας εικόνες από απαλούς λόφους
μια καταπακτή που άνοιξε με μιας
κι απ' τη σκάλα ξεχύθηκαν πολύχρωμες ομπρέλες
κι ένα συμπαγές ακατανόητο άστρο
να καίει τα δάχτυλα
Έψαχνε την τρυφερότητα είπαν χρόνια μετά
ανάμεσα σε φουγάρα που διαλαλούσαν τη μελαγχολία τους
/Μήτε στα πειραγμένα ζάρια την κέρδισε
μήτε στην κωπηλασία της τέφρας
παρά μονάχα σ' εκείνη την ερεθισμένη πτυχή
που ζυγίζει το λίκνισμα της αιώρας/
Τώρα, ανάμεσα σε φθαρτές χειρονομίες
ικεσίες λυγμών προς τ' αστέρια
είναι τα μάτια που κυριαρχούν
στ' αγνάντεμα ενός σκιρτήματος
Ακόμα ένα φιλί σου και θα σου πω γιατί τα φλουριά μέλει να είναι για πάντα κομμένα στα δυο
γιατί η σκόνη, όταν ξεκόβεται στην αγκαλιά του αέρα από το χώμα, παίρνει ήλιου υπόσταση
γιατί το χνούδι των ονείρων, κουβαλά έμβρυα ευτυχία, ανάλογη με το δάκρυ
και τα λόγια που έχουν εσένα μονόδρομο προορισμό, τρυφερού ταξιδιού μου αθανασία.
Νιόκοπο καλοκαιρινό θυμάρι
να φτάνω μαζί σου στην αθωότητα του βυθού
ανεμίζοντας μια παλάμη θάλασσα
που στέκει ανάμεσά μας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου