Ποτέ, κανείς δε μίλησε πια γι' αυτούς τους δύο, τον άντρα αγρίμι και τη γυναίκα που ζούσε μαζί του
γιατί ο έρωτάς τους την κρατούσε φυλακισμένη. Αυτοί είχαν δει πολλές φορές την παράστασή τους,
τ' απογεύματα της Κυριακής, τότε που αντί για μουσική ακουγόταν η φωνή της γυναίκας, σ' ένα βαθύ λυπητερό τραγούδι που μιλούσε για χωρισμό. Τα πάντα έπρεπε να γίνουν μ' αυτόν τον τρόπο.
Αυτός χόρευε γιατί έτσι ζούσε,, τραγούδαγε γιατί έτσι ήταν ζωντανός, άγριο ζώο που άρπαζε απ΄τα μαλλιά τη ζωή και την έκανε γυναίκα ανάμεσα στα σκέλια του.
Ο κόσμος γύρω τους αραίωνε, ίσως κι από φόβο, ένας αγέρας θαλασσινός γύρω τους "τρελάθηκες; εδώ κοντά δεν υπάρχει θάλασσα" κι αυτή ριζωμένη στη γη, ακίνητη πέτρα, έφευγε. Η φωνή της καρφωνόταν κάθετα στο τοπίο, μπλεκόταν στα πόδια του, για να πέσουν παραπατώντας κι οι δυο στο χώμα, λαχανιασμένοι, ξέπνοοι και μπλέκονταν με τα χέρια τους, τα πόδια, τα κορμιά, μπερδεύονταν με τις φωνές τους και κολυμπούσαν στο άδειο που τους τριγύριζε, ώσπου ν΄ακουστεί το κλάμα του ζώου: "πονάω μη φεύγεις"

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου