Την ξάπλωσε πάνω στην άμμο, κάτω από ένα πεύκο, χωρίς αυτή να προλάβει ούτε την πετσέτα να στρώσει, που κουβαλούσε μαζί της γι’ αυτές τις περιστάσεις. Τα χέρια, οι πλάτες, τα πόδια γέμισαν ρετσίνια καθώς κολλούσαν ο ένας πάνω στον άλλο, ενώ ένας ήλιος που εξαφανιζόταν πιο γρήγορα τώρα, άνοιγε μεγάλες τρύπες και στις τρεις λογικές της αισθήσεις (κάπου είχε βάλει τις άλλες δυο αλλά που να ψάχνει τώρα). Ύστερα αυτός πήρε να την ξεκάνει γιατί την ήθελε από καιρό έτσι στρωμένη στην άμμο κι αυτή γι’ αντάλλαγμα του άφηνε τις σκέψεις στην κοιλιά, στα πόδια και σ’ όλη τη διαδρομή ενδιάμεσα, χωρίς να δίνει σημασία για το ποτάμι που φούσκωνε πιο κει, τα ζώα και τους ανθρώπους, γιατί θαύμαζε πιο πολύ αυτόν, όπως δεν είχε ξανακάνει για άνθρωπο.Και ήταν ο πιο όμορφος στο τοπίο κι ας στρωνόταν ολόκληρο νησί γύρω της και τον ήθελε να μπαίνει συνέχεια μέσα της, γιατί όταν έφευγε το κενό ήταν ανυπόφορο κι έφτιαχνε κύκλους μ’ένα καλάμι γύρω του για να μην μπορεί να φύγει πέρα από το σημείο που θα μπορούσε πάλι να τρέξει δυο βήματα και να καρφωθεί πάνω του. Το ήξερε από τότε που τον είδε, γιατί τα χέρια της ξέχασαν πια πως μπορούσαν να συνεχίζουν μόνα τους και τα βαρίδια μαζί με τα σχοινιά που ήσαν κρεμασμένα, μπλέχτηκαν στα πόδια της και την έριξαν κατά πάνω του.Τώρα έχει βαλθεί ν’ ανάβει φωτιές στη θάλασσα για να τσουρουφλίσει τάχα όσα μεγαλώνουν ηδονικά μέσα της και να τρίβεται ολημερίς με σαπούνια Μασσαλίας για να φύγει αυτός από πάνω της…τι χαζή…αφού μόνο αυτός μπορεί να κάνει τα χέρια και τα πόδια της ν’ ανταλλάξουν θέσεις και να ζωντανέψει το χειμωνιάτικο κρεβάτι της και είναι εκείνη η ώρα που ακούει τα βήματά του η πόρτα της και δεν αντέχει να κλείσει, και οι θόρυβοι του δρόμου ξεκινούν άλλη μια Δευτέρα «χωρίς σκηνοθεσίες πια αγάπη μου» του λέει, απλά δυο άνθρωποι να προσπαθούν να χωνέψουν την αναμενόμενη καταστροφική ένωση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου