Ξέχασε να γυρίσει τους δείκτες στο ρολόι της κουζίνας
Πέντε και μισή χαράματα, όταν έτριβε στα γόνατα, τον λιπαρό λεκέ στο ψάθινο χαλάκι. Στην τσέπη της ποδιάς, μια χούφτα νυχτολούλουδα από το τελευταίο βράδυ μαζί. Στην τσέπη από τα μάτια δάκρυα μαζεμένα τις ίδιες ώρες.
Ποτέ δεν το κατάλαβε πως έφτασε στην ακροστιχίδα, ανάμεσα στο βουνό και στην ίσαλο γραμμή.
/Ο κότσυφας κοιμάται ακόμη/
Λιγοστοί ήχοι απορριμματοφόρων, κινούνται παράλληλα, κόβοντας κάθετα το παρελθόν.
Να φτάσει, να τρέξει, να προλάβει το σημείο εκείνο που κλείνει ο κύκλος. Θα βάλει τα χέρια κόντρα στις δυο άκρες. Δύναμη. Ναι. έχει γι' αυτόν περίσσεια.
/Οι Χαΐνηδες στο ραδιόφωνο, μπέρδεψε πάλι τ' αλάτι με τη ζάχαρη./
Η πορτοκαλιά δεν άνθισε εφέτος. Τη θυμήθηκε κοιτάζοντας την ανατολή. Πορτοκάλια γεμάτη όμως.
Στη μαγική ώρα, στη μαγική ζωή του κήπου, κάθε τέτοιο ξημέρωμα αναζητά πόδια γυμνά στο περπάτημα του νησιού. Εκεί γεννήθηκε, ναι. Κι από τότε στενεύουν απλωτά τα όρια του νου. Πόδια γυμνά, περπάτημα στη δοκό των συνόρων του.
Κοίτα με! Τα καταφέρνω! Κοίτα με! Όταν γελάς γελώ κι εγώ!
Τα λόγια δεν ξεχνιούνται
Η αφή δεν ξεχνά
Το φιλί δεν ξεχνιέται
Η αφή δεν ξεχνά
Το φιλί δεν ξεχνιέται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου