Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013





Συρθήκαμε με τα δάχτυλα ως την άκρη του δρόμου,
αναζητώντας απαντήσεις μέσα σε λέξεις που δεν χωρούν όσα λέμε, 
μα πιο πολύ στενεύουν αυτά που δεν ξεστομίζονται ποτέ.  
Ξαποστάσαμε στα χαλάσματα της αυλής, 
δίπλα στη μάντρα με την μπιγκόνια,
 δίπλα στο βλέμμα που δεν στάθηκε πάνω μου  θαρρώ.  

Μάτια γεμάτα σύννεφα, 
πότε να κοιτούν τη δύση 
και πότε εκείνη την άρνηση να μερέψει η ψυχή .
 //Κουρέλια στην ουρά χαρταετού μια βροχερή καθαροδευτέρα.// 

Σκιές στοργής στα όνειρα τα πιο μεγάλα, 
τα βυθισμένα στο σκοτάδι το πλημμυρισμένο μ' άστρα.
Βγάζεις απ' τις λέξεις τα φωνήεντα,
να μην πονούν οι ήχοι,
μα τα βυθίζεις σε ύφαλα μέρη,
 μαζί μ' εκείνη τη χίμαιρα για ναυαγοσωστικά 
και ώρες ρευστές κάτω απ' τα βλέφαρα.
Τόσο λίγο, 
όσο να γευτούμε δυο κοχύλια τυλιγμένα με μαλλί της γριάς, 
που κόλλησε στα δάχτυλα,
 εκείνο τ' απόγευμα που έκλαιγα στο τσίρκο, 
με το ζωγραφιστό δάκρυ του κλόουν.  
Και μετά βουτιά στο βυθό, 
να λύσουμε πανιά σ΄ένα σκαρί αταξίδευτο π' ορκίστηκε πελάγη.

//Ποιος ειρμός λογίζεται γαλήνη; 
Και όταν τελειώνουν οι ορίζοντες, που θ' αναζητήσω το ψιθύρισμά σου;//











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου